Koυρδιστάν, γη της ζωντανής ελευθερίας

Μετά από ενάμιση χρόνο επιθέσεων στην κουρδική περιοχή -ιδιαίτερα συντονισμένων και σφοδρών τους τελευταίους δύο μήνες-, το Κομπάνι, η πόλη ορόσημο, δείχνει να αντέχει ακόμα

Ίσως γιατί σε τούτο το σημείο της γης, ο θάνατος είναι ένα στοιχείο που ασκεί “έντονη επίδραση στη ζωή”.

Πίσω όμως από τα πυρά, στα μετόπισθεν των φωτογραφιών με τις αρματωμένες γυναίκες και τους αντάρτες πολεμιστές, λαμβάνει χώρα μία εξ ίσου γενναία μάχη, χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Μάχη επιβίωσης των διαφυγόντων, των τραυματισμένων, μάχη ψυχικής αντοχής όσων βρίσκονται σε ομηρία στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Κουρδιστάν, μάχη αλληλεγγύης.

Όταν ξέσπασαν οι επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή, μας κατέκλυσαν συγκλονιστικά στιγμιότυπα με μαχόμενες αντάρτισσες, με κυνηγημένους πρόσφυγες, με βίαιες πράξεις τζιχαντιστών.

Όμως συναίσθηση και αντίληψη της αφανούς πραγματικότητας δεν είχαμε. Προσωπικά, αυτή η ανάγκη με έβγαλε ως εκεί. Να συναντηθώ με την καθημερινότητα της περιοχής και να μάθω, στο μέτρο του δυνατού, πώς διαχειρίζονται οι άνθρωποι όλα όσα τους συμβαίνουν.
Έδρα όλων των εξορμήσεων ήταν το Σουρούτς, η τελευταία συνοριακή πόλη, όπου υπάρχουν οι προσφυγικοί καταυλισμοί, το μικρό νοσοκομείο, το νεκροταφείο και κυρίως η κουρδική δημοτική αρχή που συμπαραστέκεται με απαράμιλλη αλληλεγγύη στους πρόσφυγες.
Χάρη στην πολύτιμη τριμελή παρουσία του ελληνικού τμήματος των Γιατρών του Κόσμου εδώ, που έκανε ουσιαστικές ασφαλείς περιηγήσεις και αξιόλογες συναντήσεις με στόχο να διερευνήσουν δυνατότητες παροχής βοήθειας, υπήρξε η δυνατότητα να συλλέξω παράλληλα πληροφορίες και εικόνες.

Τη μαρτυρία της «εμπόλεμης καθημερινότητας” τη χωρίζω σε τρεις δράσεις:
τι συμβαίνει μέσα στο Κομπάνι -βάσει των πληροφοριών που δίνουν οι Κούρδοι πρώην κάτοικοί του και άλλοι-, τι επικρατεί δίπλα στο Κομπάνι -βάσει των όσων είδα στους γειτονικούς λόφους, στους διάσπαρτους πλινθόκτιστους μικρούς οικισμούς- , και τι λαμβάνει χώρα στο Σουρούτς, όπου υπάρχουν οι προσφυγικοί καταυλισμοί, το μικρό νοσοκομείο, οι αποθήκες εξοπλισμών με είδη πρώτης ανάγκης και οι δομές τροφοδοσίας, οι τοπικές αρχές, το νεκροταφείο…

Μέσα στο Κομπάνι

Το Κομπάνι ήταν μία πόλη 75.000 κατοίκων. Αυτή τη στιγμή στην κατεστραμμένη πόλη έχουν εναπομείνει περίπου 6.000 κάτοικοι.

Αυτό που συμβαίνει εδώ ας γίνει από την αρχή καθαρό. Πρόκειται για ένα μικρό Στάλινγκραντ, έτσι όπως γίνονται οι μάχες. Και κανείς επισκέπτης, έστω και με επίσημη ιδιότητα, δεν μπορεί να μπει. Τα μυστικά περάσματα δεν είναι για “περιηγήσεις”. Το κοντινότερο σημείο που βρέθηκα ήταν στην ουδέτερη ζώνη, 150 μέτρα απόστασης περίπου, από το μαχόμενο Κομπάνι, περνώντας οδικώς. Ο τουρκικός στρατός δεν αφήνει κανέναν να σταθεί, ούτε διευκολύνει την κυκλοφορία περαστικών οχημάτων

Η κίτρινη γραμμή στην φωτογραφία, αντιστοιχεί στην ουδέτερη ζώνη που χωρίζει «νοερά» την εμπόλεμη περιοχή. Στην πραγματικότητα είναι εντός εμβέλειας των οπλοπολυβόλων.

Τα σύνορα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, από τη μεριά της Τουρκίας είναι κλεισμένα με ποικίλους τρόπους.
Σε διάφορα σημεία υπάρχουν τουρκικά τανκς, επιμελώς τοποθετημένα ώστε να αντιμετωπίσουν εξελίξεις.
Σε άλλο σημείο, την αποκαλούμενη «ελεύθερη ζώνη», βρίσκονται διατεταγμένα φορτηγά πίσω από μία σκαμμένη τάφρο ώστε να μην μπορέσουν επιβατικά οχήματα να εξέλθουν.

Οι φωτογραφίες εδώ απαγορεύονται. Πίσω από τα φορτηγά βρίσκονται τα επιβατικά οχήματα που εγκατέλειψαν οι πρόσφυγες. Τους επιτράπηκε να περάσουν τα σύνορα μόνο πεζοί, κουβαλώντας στις πλάτες όσο από το βιός τους μπορούσαν να σηκώσουν.
Στα υπόλοιπα σύνορα, βρίσκονται διάσπαρτοι, υπό την επίβλεψη στρατιωτικών, πρόσφυγες με τα αυτοκίνητά τους. Εγκλωβισμένοι στην ελπίδα τους, αρνούνται να εγκαταλείψουν τα οχήματά τους επειδή με αυτά κουβαλούν όλο τους το βιός. Οι νομαρχιακές αρχές του Σουρούτς μιλούν για 500 περίπου άτομα, οι οργανώσεις των Κούρδων μιλούν για περίπου 5.000 χιλιάδες και η αλήθεια τείνει να γείρει προς τη μεριά των Κούρδων. Ένας άντρας που μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Suruç και επέστρεψε με τα φάρμακά του, επί ματαίω προσπαθούσε να περάσει πίσω, εκεί όπου τον περίμεναν γυναίκα και παιδιά.
Εν ολίγοις τα σούρτα φέρτα στα σύνορα απαγορεύονται. Μόνο να βγεις μπορείς, πεζός και τέλος.
Αυτές τις μέρες οι αντάρτες μαχητές στην πόλη είναι περίπου 500 άτομα. Και τελούν εν αναμονή ενισχύσεων 200 Πεσμεργκά. Οι ενισχύσεις επιτρέπονται με το σταγονόμετρο. Η κυβέρνηση Ερντογάν επιλέγει να αντιμετωπίσει την κατάσταση με καθυστέρηση. Ενώ από Γαλλία, Αγγλία, Αυστραλία διάφοροι πάνε να πολεμήσουν στο πλευρό των τζιχαντιστών (με αμοιβή αλλά και ασπαζόμενοι την παράνοια του φονταμενταλισμού).
Οι μάχες λαμβάνουν χώρα όλο το 24ωρο, όχι με ένταση πλέον. Αλλά κυρίως οι επιθέσεις γίνονται τη νύχτα. Το διά ταύτα είναι ότι οι κουρδικές δυνάμεις με ελλιπή στρατιωτικό εξοπλισμό αντιπαλεύουν μια καλά εξοπλισμένη με βαρέα όπλα, εναντίον τους διεθνή επιχείρηση.
Έξω και γύρω από το Κομπάνι

Γύρω από το Κομπάνι, στο τουρκικό έδαφος, απλώνεται μια μεγάλη πεδιάδα με ελάχιστα μικρά υψώματα. Δεν υπάρχουν δέντρα, άρα έχουμε ορίζοντα. Στον μοναδικό αξιοπρεπή λόφο, σχετικά κοντά στο Κομπάνι, έχουν εγκατασταθεί οι δημοσιογράφοι με τις κάμερες και τους τηλεφακούς. Τις περισσότερες εικόνες της βομβαρδιζόμενη πόλης που βλέπουμε τις τραβούν από αυτό το ύψωμα.

Σε αυτό το σημείο, το διάσπαρτο πλέον από άδεια πλαστικά μπουκάλια νερού, έρχονται και οι Κούρδοι προσπαθώντας με αγωνία και στωικότητα να διακρίνουν τις επιθέσεις. Έχουν κιάλια αλλά πάντα ζητούν να δουν καλύτερα μέσα από τον τηλεφακό ενός ρεπόρτερ. Και μένουν εκεί μέχρι να πέσει το φως της μέρας.

Όταν βραδιάσει το σκηνικό αλλάζει. Διάφορα αυτοκίνητα ή μηχανάκια κινούνται στην σκοτεινή πεδιάδα, προσπαθώντας να προσεγγίσουν κάποιο άλλο μικρό ύψωμα, αποφεύγοντας να πέσουν πάνω σε «ασκέρι» (στρατιώτες). Από εκεί, στο σκοτάδι θα ακούν και θα βλέπουν τα κόκκινα τροχιοδεικτικά βλήματα να διαγράφονται στο σκοτάδι.
Στην πεδιάδα αυτή, που εκτείνεται γύρω από το Κομπάνι, υπάρχουν και αραιοί κουρδικοί οικισμοί. Σε κάποιους από αυτούς, κάθε γειτονιά έχει την αυτοδιαχείρισή της. Δηλαδή θα βρει τρόπο να μαζέψει τρόφιμα για όλους, θα μαγειρέψει για όλους, θα στεγάσει όποιον έχει ανάγκη. Και η νύχτα τους θα περάσει προσπαθώντας να ακούσουν τα πυρά ή κάνοντας κάποια σχέδια που δεν αφορούν τους… ξένους.
Όλη αυτή η συνεχής διαδικασία, να επιτηρούν με τα ίδια τους τα μάτια το Κομπάνι, να βλέπουν να αντέχει ή να πέφτει, μοιάζει σαν χορός τραγωδίας, αδιάκοπα παρών και ικανός να κρίνει όσα συμβαίνουν.

Στην πόλη Σουρούτς
Η πόλη Σουρούτς είναι επαρχία της Şanlıurfa, κοντά στα σύνορα της Συρίας. Το 90% των κατοίκων είναι Κούρδοι. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται περίπου στις 70.000 και η πόλη εξαπλώνεται σε μια ευθεία. Δεν πρόκειται για μία ιδιαίτερα εκσυγχρονισμένη πόλη εξ ου και η κυκλοφορία κάρων με άλογα γίνεται παράλληλα με την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Η πόλη αυτή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην υποδοχή και περίθαλψη των προσφύγων. Η δημοτική αρχή είναι κουρδική. Υπάρχει άντρας και γυναίκα δήμαρχος ταυτοχρόνως, σύμφωνα με την παράδοση να εκπροσωπούνται και τα δύο φύλα.

Η γυναίκα Δήμαρχος είναι μια εξαιρετικά ευθύβολη στα λόγια και τα έργα της προσωπικότητα.

Στους ώμους του Δήμου (και της Νομαρχίας βεβαίως που εκπροσωπεί τις τουρκικές αρχές) έχει πέσει όλη η ευθύνη. Το βέβαιο είναι ότι χωρίς το αξιοθαύμαστο έργο των κουρδικών οργανώσεων, ελάχιστα θα γινόντουσαν.
Τα πιο νευραλγικά αλλά και τα πιο δραματικά σημεία της πόλης είναι οι καταυλισμοί των προσφύγων, οι αποθήκες και χώροι τροφοδοσίας, το νοσοκομείο και το νεκροταφείο.
Οι πρόσφυγες και οι καταυλισμοί τους
Μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων πέρασε από τα σύνορα, ο εντυπωσιακός, και καθόλου εύκολος στην διαχείρισή του, αριθμός των 160.000 προσφύγων. Όλοι προερχόμενοι από διάφορα σημεία του Κουρδιστάν που δέχτηκαν την επίθεση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο Δήμος ο αριθμός άγγιξε τις 190.000 χιλιάδες, οι οποίοι σκορπίστηκαν σε διάφορες μεριές. Διότι μόνο 22 ώς 25 χιλιάδες μένουν στους καταυλισμούς. Οι καταυλισμοί είναι 6 στο σύνολό τους, 4 υπό την εποπτεία του Δήμου και 2 υπό την εποπτεία των Νομαρχιακών αρχών.
Τόσο οι ντόπιοι όσο και οι πρόσφυγες αρνούνται να τα αποκαλούν στρατόπεδα προσφύγων και τα αποκαλούν “Χωριά με σκηνές”. Δίνουν μία πιο ελπιδοφόρα ονομασία.
Άλλο καθεστώς διέπει τα «Χωριά με σκηνές» που είναι υπό την εποπτεία του Δήμου και άλλο αυτών που εποπτεύει η Νομαρχία. Στα της Νομαρχίας δεν υπήρξε δυνατότητα επίσκεψης… Από αυτά του Δήμου, ένα είναι εξ ολοκλήρου πρόσφυγες από τη Ροζάβα και ένα στεγάζεται στον προαύλιο χώρο και στο εσωτερικό ενός εργοστασίου. Ο αριθμός των παιδιών είναι εξαιρετικά μεγάλος. Μόνο στον καταυλισμό της Ροζάβα υπάρχουν 500 περίπου παιδιά κάτω των 12 ετών. Σε κάθε ένα Χωριό με σκηνές υπάρχει επιτροπή καθαρισμού, επιτροπή φαγητού, και επιτροπή διανομής. Και δεν υπάρχει γιατρός, ντουζιέρες, ρούχα παιδικά για τον χειμώνα που έρχεται, χρήματα για να μπορέσουν να καλύψουν κάποια στοιχειώδη επείγουσα ανάγκη τους ή να κινηθούν.
Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι η μη εξοικείωση –κυρίως των παιδιών- με τους ξένους τα διατηρεί σε μία ξεχασμένη για εμάς συναισθηματική αγνότητα. Δεν υπήρξε ούτε ένα παιδί που άπλωσε το χέρι του να ζητήσει κάτι. Αντιθέτως αυτά πρόσφεραν από τα χαλίκια που έπαιζαν… Το μόνο που τους άρεσε και ήθελαν πάρα πολύ, ήταν να φωτογραφίζονται. Όλοι οι άνθρωποι, πρόσφυγες και μη, χωρίς καμία διάβρωση από το χρήμα και τον τουρισμό, χαρακτηρίζονται από την άμεση συναισθηματική προσέγγιση. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία κοινή γλώσσα συνεννόησης.

Το νοσοκομείο και η περίθαλψη τραυματιών και ασθενών
Υπάρχει ένα νοσοκομείο στην πόλη. Στο χώρο αυτό έγινε μία σημαντική συνάντηση του ελληνικής αντιπροσωπείας των Γιατρών του Κόσμου με δύο γιατρούς από το Κομπάνι αλλά και με τον δήμαρχο γιατρό της πόλης.
Τους βαριά τραυματισμένους μαχητές τους παραλαμβάνει ασθενοφόρο και τους φέρνει στο νοσοκομείο. Τους άλλους τραυματισμένους τους περιθάλπει μια 7μελής ομάδα εθελοντών γιατρών που αλλάζει. Τα μέσα της περίθαλψης δεν επαρκούν. Οι ανάγκες για φάρμακα είναι μεγάλες και έχουν στραμμένες τις προσδοκίες τους προς τη Δύση ευελπιστώντας σε κινήσεις συμπαράστασης τέτοιου περιεχομένου.
Ο αριθμός των νεκρών και των τραυματισμένων δεν είναι γνωστός. Για λόγους στρατηγικής οι πληροφορίες αυτές δεν δίνονται. Εν τούτοις έκαναν λόγο για 850 περίπου τραυματίες πολέμου, αριθμός που είναι αδύνατον να μπορέσει μία μικρή ομάδα γιατρών να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους. Αν μάλιστα αθροιστούν οι ανάγκες των χιλιάδων προσφύγων τότε μιλάμε για αδιέξοδο και για επείγουσα ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας.

Γιατρός από το Κομπάνι. Από όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έτυχε να συναντηθώ εκεί, η ματιά αυτού του ανθρώπου ήταν ασήκωτη από το συναισθηματικό βάρος των καταστάσεων.

Το νεκροταφείο
Εκ των πραγμάτων είναι ένα ιδιαίτερα συγκινησιακό σημείο της πόλης. Εδώ το απόγευμα, στις κηδείες που γίνονται σχεδόν μέρα παρά μέρα, θα συναντήσεις όσους αντάμωσες το πρωί σε δομές, υπηρεσίες και δράσεις υπέρ των προσφύγων. Εδώ δεκάδες πολιτών συρρέουν για να αποχαιρετίσουν τους νεκρούς τους αντάρτες και άλλοι τόσοι έρχονται να επισκεφτούν αυτούς που ήδη έχουν κηδέψει. Οι κηδείες αυτές τείνουν να αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητας της πόλης, που κάθε φορά γίνεται με την ίδια φόρτιση. Εδώ, έτσι όπως φτυαρίζουν στο τέλος της τελετής όλοι μαζί για να κλείσει ο τάφος, νομίζεις ότι το ομαδικό φτυάρισμα έχει να κάνει με γεωργική εργασία. Τι να πω, όποιους σπόρους κλείνουν μέσα τους αυτά τα νεκρά σώματα, είθε να βλαστήσουν και η ανθρώπινη ιστορία κάποτε να τους θερίσει.

Το δια ταύτα
Εδώ, στα μετόπισθεν, η καθημερινότητα εξελίσσεται με πολύ σκληρούς όρους.

Μακριά από την ασφάλεια του ειρηνικού περιβάλλοντος, όπου συχνά μπερδεύουμε τη σκιά μας με το μπόι μας, συνειδητοποιούμε ότι η ιστορία δεν γράφεται με μικροδυσκολίες αλλά με ανυπόφορο κόστος. Είτε αφορά ατομικές επιλογές, είτε συλλογικές, είτε τις επιλογές ενός ολόκληρου λαού όπως του κουρδικού.

Όλα τα άλλα είναι, να ‘χαμε να λέγαμε…

Επίλογος:

1. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Su την μεταφράστρια, μια εξαιρετική νεαρή γυναίκα από την Κωνσταντινούπολη που ήρθε στο Σουρούτς μαζί με άλλους να στηρίξουν έμπρακτα τις κουρδικές οργανώσεις στο δύσκολο ανθρωπιστικό του έργο.
2. Τρία πράγματα άκουσα να λένε για την Ελλάδα εκεί κάτω. Από τη δήμαρχο ότι οι ελληνικές αρχές έδωσαν τον Οτσαλάν και ότι ο ελληνικός λαός στηρίζει τον αγώνα των Κούρδων και από έναν νεαρό Κούρδο δημοσιογράφο ότι ο Λουκάνικος πέθανε.

Πηγή:left.gr

This entry was posted in ΚΟΣΜΟΣ, ΚΟΥΡΔΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.