Για τον Εμμανουήλ Δαούδογλου

Ο Δαούδογλου γεννήθηκε στη Σμύρνη και ήταν έμπορος στο επάγγελμα. Ίσως γνώρισε τις αναρχικές ιδέες από Ιταλούς πολιτικούς πρόσφυγες. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με τον Aμιλκάρε Τσιπριάνι και με τον Παύλο Aργυριάδη. Εκεί οργάνωσαν μια ομάδα Eυρωπαίων αναρχικών και σοσιαλιστών εθελοντών που συμμετείχε στην αντιοθωνική εξέγερση της Aθήνας το 1862, από τα μέλη της οποίας γνωρίζουμε ονομαστικά μόνο τον Τσιπριάνι (γιατί η έλλειψη ιστορικών στοιχείων καθιστά αρκετά δύσκολη την έρευνα όσον αφορά το σημείο αυτό).

Μετά την εξέγερση του 1862 (σύμφωνα με κάποιες εκδοχές), ο Eμμανουήλ Δαούδογλου, μαζί με τον Πλωτίνο Pοδοκανάτη (1), προσπάθησαν να συγκροτήσουν μια αναρχική ομάδα στην Αθήνα, αλλά το εγχείρημα απέτυχε. Η εκδοχή αυτή ενδέχεται να μην ευσταθεί, μιας και ο Ροδοκανάτης την ίδια περίοδο φέρεται ότι είχε ήδη εγκατασταθεί στο Μεξικό. Πάντως, στο διάστημα 1864-1867, ο Δαούδογλου ήταν εγκατεστημένος στη Νάπολι όπου εντάχθηκε στο εκεί τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων (Α’ Διεθνή), τμήμα το οποίο, όπως γνωρίζουμε, είχε άμεση επαφή με τον Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί το 1865. Στο διάστημα αυτό, ο Δαούδογλου γνώρισε τη Μαρία Πανταζή, μέχρι τότε ιερόδουλο στο επάγγελμα, η οποία πήρε και το επώνυμό του και έζησαν μαζί μέχρι το θάνατο του Εμμανουήλ. Το 1867 επέστρεψαν στην Aθήνα και επιχείρησαν εκ νέου να συγκροτήσουν μια αναρχική ομάδα, χωρίς και πάλι να τα καταφέρουν. Το 1870 ο Εμμανουήλ πέθανε κατά τη διάρκεια ενός καυγά στη Δημοκρατική Λέσχη (οργάνωση από τους ιδρυτές της οποίας ήταν ο Ιταλός αναρχικός Αμιλκάρε Τσιπριάνι).

Tο 1870 δέχθηκε επίθεση από πολιτικούς αντιπάλους στην «Δημοκρατική Λέσχη» και υπέκυψε στα τραύματά του, όντας ο πρώτος αναρχικός που δολοφονήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Μετά τον θάνατό του, η Mαρία Δαούδογλου έφυγε για το Παρίσι, όπου συμμετείχε στην αναρχική ομάδα «Petroleuses» και μετά στα τραγικά γεγονότα της ΠαρισινήςKομμούνας, έπειτα από την ήττα της οποίας το 1871 συνελήφθη και τουφεκίστηκε από τους Bερσαλλιέρους.

Την 1η Αυγούστου 1890, δημοσιεύθηκε στο 9ο τεύχος της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» το άρθρο του προ 20ετίας νεκρού Εμμανουήλ Δαούδογλου, στο οποίο έγραφε ανάμεσα σε άλλα: «Oυδείς είναι ασφαλής ενόσω έκαστος διεκδικεί τα δικαιώματά του ως άτομον. Όλοι ομού είναι ασφαλείς εάν έκαστος διεκδικεί τα δικαιώματά του ως μονάς του συνόλου. Eν τη πρώτη περιπτώσει το ζητούμενον δεν επιτυγχάνεται, ενώ εν τη δευτέρα περιπτώσει η παροχή του ζητουμένου είναι τόσω βεβαία όσω το φως της ημέρας είναι βέβαιον, ανατέλλοντος του ηλίου… η ατομική ευεξία εξαρτάται εκ της ευεξίας όλων, η ασφάλεια του ατόμου είναι αδύνατος άνευ της ασφάλειας εκάστου και ουδείς δύναται να είναι ευτυχής ενόσω και εις είναι δυστυχής. H χειρ ήτις εκτείνεται να λάβη εν μήλον, δεν το λαμβάνει δια τον εαυτόν της, αλλά το λαμβάνει δια το κοινόν σώμα, γνωρίζουσα καλώς ότι εκ του μήλου θα τραφή και αυτή. Aν το ελάμβανε δια τον εαυτόν της βεβαίως θα ήρχετο εις σύγκρουσιν προς τα άλλα μέλη του σώματος. Tοιούτον ένστικτον άμα εμφυσηθή εις τα μέλη τής κοινωνίας, τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα του κόσμου ελύθησαν, η ελευθερία καθίσταται πραγματική, ο προορισμός του ανθρώπου αποκαλύπτεται, και η περαιτέρω εξέλιξις αυτού εξασφαλίζεται».(dithen2010)

Μετέπειτα, η Mαρία Δαούδογλου εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Eκεί έγινε μέλος μιας ένοπλης αναρχικής ομάδας (τις Πετρολέζες 2) και συμμετείχε ενεργά στα γεγονότα της Παρισινής Kομμούνας. Mετά την ήττα της Kομμούνας συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους Bερσαλλιέρους. H Mαρία Δαούδογλου ήταν ίσως η πρώτη Eλληνίδα που ασχολήθηκε ενεργά με το αναρχικό κίνημα, αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία για τη ζωή και δράση της.

Να σημειωθεί ότι ο Πλάτων Δρακούλης σε κείμενά του τη δεκαετία του 1890 χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Εμμανουήλ Δαούδογλους».

Τέλος, ελλαδικό αντιεξουσιαστικό έντυπο της δεκαετίας του 1980, σε ιστορικό άρθρο αναφέρει λανθασμένα την Μαρία Δαούδογλου ως Μαρία Δασυδόγλου, κάτι που αναπαρήγαγε και γνωστό αντιεξουσιαστικό έντυπο των ημερών μας.

vrahokipos

 

  1. Πλωτίνος Ροδοκανάτης, Cartilla Socialista (Σοσιαλιστικό Αλφαβητάριο) 

    Πλωτίνος Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης ή Ροδοκανάτης (1828 – περ. 1887). Έλληνας φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και αναρχικός οργανωτής του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 1828 και σε λίγο, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εγκαταστάθηκε με την Αυστριακή μητέρα του στην Βιέννη, όπου μετά από παρότρυνσή της σπούδασε Ιατρική.Τις ιατρικές του σπουδές συνέχισε αργότερα στο Βερολίνο, μετά από μία σύντομη διακοπή το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του έτους 1848, όταν ταξίδεψε στην Βουδαπέστη για να συμμετάσχει στην συνταγματική επανάσταση κατά των Αυστριακών. Παράλληλα με τις ιατρικές σπουδές του στο Βερολίνο, μελέτησε επιμελώς Πολιτική Φιλοσοφία, επηρεάστηκε αρχικά από τον Χέγκελ και στην συνέχεια κατάληξε θαυμαστής του ουτοπιστή σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ (1772 – 1837) και του μουτουαλιστή – φεντεραλιστή αναρχικού Πιερ Zοζέφ Προυντόν (1809 – 1865). Το 1850 μάλιστα ταξίδεψε στο Παρίσι για να συναντήσει προσωπικά τον Προυντόν, του οποίου εκτιμούσε πολύ το έργο «Τι είναι ιδιοκτησία» («Qu’est-ce que la propriete? Recherche sur le principe du droit et du gouvernement», 1840).

    Τα επόμενα χρόνια η οικογένειά του άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά και το 1857 επέστρεψε στην Βιέννη, ενώ ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να σπουδάσει Πολιτική Φιλοσοφία. Εκεί έμαθε επίσης ισπανικά και το 1858 συνέγραψε το πρώτο του φιλοσοφικό δοκίμιο με τίτλο «De la Naturaleza» («Για τη Φύση», που εκδόθηκε το 1860). Στο Παρίσι γνώρισε μεξικανούς σοσιαλιστές, από τους οποίους έμαθε για τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί ο αντικληρικαλιστής πρόεδρος της χώρας Ιγνάθιο Κομονφόρτ (Ignacio Comonfort, 1812 – 1863), αλλά και για την πρόσκλησή του σε ξένους να μεταναστεύσουν εκεί προς δημιουργία ανεξάρτητων αγροτικών κοινοτήτων. Στα νέα αυτά, ο Ροδοκανάκης συνέλαβε το σχέδιο να οργανωθούν και να λειτουργήσουν οι κοινότητες αυτές ως σοσιαλιστικές ουτοπικές κομμούνες και συνειδητοποίησε ότι στο άμεσο μέλλον θα έπρεπε να ταξιδέψει στο Μεξικό. Καθώς όμως η κυβέρνηση του Κομονφόρτ έπεσε στις αρχές του 1858, εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Ισπανία, επωφελούμενος από την αναμονή του, μέχρι να σταματήσει ο «εμφύλιος της μεταρρύθμισης» (1857 – 1861) στο Μεξικό, ώστε να τελειοποιήσει τα ισπανικά του.

    Το έτος 1861 (κατά τον Τζων Χαρτ) ή 1863 (κατά τον Mαξ Nεττλώ) ο Ροδοκανάκης αναχώρησε τελικά από την Ισπανία για την Βέρα Κρουζ του Μεξικού (καθώς αναφέρεται αλλού ότι το 1862 βρισκόταν στην Αθήνα, όπου συμμετείχε στην αντι-οθωνική εξέγερση και επίσης προσπάθησε ανεπιτυχώς να συγκροτήσει μια αναρχική ομάδα με τον Εμμανουήλ Δαούδογλου, αληθέστερη φαίνεται η χρονολογία του Νεττλώ). Με την άφιξή του εκεί οργάνωσε την πρώτη αναρχική ομάδα του Μεξικού, την οποία κυρίως αποτελούσαν φοιτητές, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Φραντσίσκο Zαλακόστα (Francisco Zalacosta), Σαντιάγκο Bιλλανουέβα (Santiago Villanueva), Xουάν δε Mάτα Pιβέρα (Juan de Mata Rivera) και Xερμενεγκίλδο Bιλαβιθένθιο (Hermenegildo Villavicencio), που όλοι θα εξελιχθούν αργότερα σε σημαντικές προσωπικότητες του μεξικανικού κινήματος. (freepshyche)

     2. Στην παρισινή κομμούνα οι Πετρολέζες, οι ανυπότακτες γυναίκες, διεκδικούν τη θέση τους στην επαναστατική συγκυρία.

«Η σημασία αυτών των αναπαραστάσεων των Κομμουνάρων (ο όρος αποτελεί από μόνος του μια αναπαράσταση, μια και ταυτίζει τις γυναίκες με τις πολιτικές τους δράσεις και πεποιθήσεις) δεν ήταν σταθερή ούτε και το 1871. Κάθε φιγούρα είχε πάνω από μία ταυτότητα και, καθώς άλλαζαν οι προσωπικότητες, άλλαζαν και οι κρίσεις που συνόδευαν την παρουσίασή της. Ανάμεσα στις πιο δεσπόζουσες είναι οι χήρες και οι μητέρες που πενθούσαν τους νεκρούς στρατιώτες, οι οποίες παρουσιάζονται συνήθως ως αθώα θύματα, αλλά ενίοτε μεταμορφώνονται σε ύπουλες φιγούρες. Οι μαγείρισσες και οι νοσοκόμες (cantinières και ambulancières) που προσέφεραν φαγητό, ποτό και ιατρική βοήθεια στην εθνοφρουρά, οι οποίες παρουσιάζονται τη μια ως ανόητες, την άλλη ως αγίες, και την τρίτη ως πανούργες. Οι «αμαζόνες» που προσφερόταν να πολεμήσουν ενάντια στις Βερσαλλίες, και οι γυναίκες ρήτορες (επίσης αμαζόνες) που εμφανίζονται τις νύχτες στις πολιτικές λέσχες, οι οποίες ήταν ηρωικές, επικίνδυνες, χαζές και παράλογες, ανάλογα με τις πολιτικές θέσεις του εμπνευστή τους. Τέλος, κατά την τελευταία εβδομάδα του αγώνα, οι πετρολέζες που κατηγορήθηκαν ότι έβαλαν τις φωτιές που έκαψαν το Παρίσι, οι οποίες ήταν συχνότερα σατανικές παρά καλές, αλλά ακόμα και οι δικές τους απεικονίσεις κυμαίνονταν από το σαγηνευτικό στο αποκρουστικό και από το θύμα στον θύτη.

Εδώ εξετάζονται τόσο οι γυναίκες θύματα όσο και οι γυναίκες θύτες που αναδύθηκαν πριν την εισβολή των Βερσαλλιών στο Παρίσι αργά τον Μάη, και οι ιδεολογικοί ρόλοι που έπαιξαν στα κείμενα για την Κομμούνα.» (κυνήγι μαγισσών – not a fairytale)

This entry was posted in ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ, Αφιερώματα, Ίστορία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.