Θεωρία χωρίς δράση είναι κενή, δράση χωρίς θεωρία είναι τυφλή (#1)

Ο τίτλος του κειμένου είναι παράφραση μιας πρότασης του Kant.[1] Το κείμενο δεν έχει καμία σχέση με τον Kant και τη φιλοσοφία του κι αν έχει κάποια αυτό γίνεται εν αγνοία της γράφουσας μιας και δεν θυμάμαι το νόημα της έκφρασης. Απλά είναι ωραία η διατύπωση και ταιριάζει με τρόπο ουσιαστικό για τον διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και δράση και την σχέση μεταξύ τους.

Τις περισσότερες φορές η θεωρία εμφανίζεται διαχωρισμένη από την δράση, είτε ως προγενέστερη της δεύτερης, είτε ως μεταγενέστερη – ανάλογα με την προσέγγιση που υιοθετεί κάποιος. Η πιο συνήθης εμφάνιση πάντως την θέλει να είναι προγενέστερη. Τις έννοιες «προγενέστερη» και «μεταγενέστερη» δεν τις εννοώ χρονικά αλλά αιτιακά. Αυτός ο διαχωρισμός φανερώνεται σε μεγάλη ένταση τις στιγμές εκείνες όπου είτε η θεωρία, είτε η δράση γίνονται αντικείμενα φετιχισμού.

Από τη μια μεριά έχουμε την λατρεία του πρακτικισμού, της δράσης για την δράση. Όπου η καταστροφή, το μπάχαλο, η πρακτική εμφανίζονται ως αυτοσκοποί χωρίς αύριο, χωρίς ορίζοντα. Έχω γράψει σε αρκετά παλιότερο κείμενο για τον Μαύρο Δεκέμβρη πως υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να πράττεις για την πράξη, να είναι η δράση σου αυτοσκοπός χωρίς ορίζοντα και αυτός ο λόγος είναι η απόκτηση τεχνογνωσίας, η οικειοποίηση με πρακτικές και τεχνικές, κάποιου είδους εκπαιδευτικός ακτιβισμός που σκοπεύει και στην αυτομόρφωση και στο ξεπέρασμα των φόβων και της πειθαρχίας με έναν τρόπο βιωματικό και όχι διανοητικό. Ειδικά αυτή η τελευταία λειτουργία – του ξεπεράσματος των φόβων και της πειθαρχίας – έχει απαράμιλλη αξία και την φυλάμε σαν πολύτιμο θησαυρό. Στην πραγματικότητα, όμως, σε αυτή τη λειτουργία δεν είναι μόνο δράση για την δράση αλλά είναι ταυτόχρονα και μετασχηματισμός μιας κοινωνικής σχέσης πχ. της σχέσης της πειθαρχίας (κάνοντας επίθεση με μολότοφ στους μπάτσους ή σαμποτάροντας τα ακυρωτικά μηχανήματα στα ΜΜΜ).

Από την άλλη, έχουμε τη λατρεία της θεωρίας ως μορφή της αλήθειας, ως αυτή που γεννά την πράξη, ως η ιδέα που ο νους μπορεί να στοχαστεί και η δράση παρουσιάζεται σα να είναι μόνο η πραγματοποίηση ή εφαρμογή αυτής της ιδέας. Από αυτόν τον φετιχισμό προκύπτει η συνήθης στάση σε κάποιους χώρους που προστάζει πως: «πρώτα πρέπει να έχουμε ανάλυση, να συμφωνούμε σε όλα και μετά να παρέμβουμε και να δράσουμε». Αυτή η αντίληψη περί θεωρίας έχει βαθιά θεμελιωθεί στην αντίληψη περί νου ως κέντρο του εαυτού και πηγή κάθε δραστηριότητας. Σε συμβολικό επίπεδο η ανοησία της δυτικής φιλοσοφίας «σκέφτομαι άρα υπάρχω» συνοψίζει αυτή την αντίληψη.

Ας εξετάσουμε λίγο την ιστορία της εμφάνισης αυτού του διαχωρισμού.

Η αλληγορία του σπηλαίου στον Πλάτωνα

Μια πολύ γνωστή και αρχαία αναφορά σε αυτόν τον διαχωρισμό γίνεται από τον Πλάτωνα στην αλληγορία του σπηλαίου. Η αλληγορία αυτή χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την άποψη του ότι στην ιδανική πολιτεία ο βασιλιάς θα έπρεπε να είναι φιλόσοφος. Μας λέει, λοιπόν, η αλληγορία ότι οι άνθρωποι ζουν σε μια σπηλιά και δεν έχουν βγει ποτέ έξω, ούτε έχουν δει τη φλόγα πίσω τους. Η φλόγα δημιουργεί σκιές τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται ως πραγματικά αντικείμενα. Αυτός όμως δεν είναι ο πραγματικός κόσμος, η Αλήθεια. Ο πραγματικός κόσμος γίνεται αντιληπτός από τους φιλοσόφους που θα καταφέρουν να βγουν έξω και να δουν καθαρά τον ήλιο και με το φως του ήλιου τον κόσμο όλον. Αυτοί έχουν την υποχρέωση να επιστρέψουν πίσω για να διαφωτίσουν και τους υπόλοιπους.

Βλέπουμε εδώ αυτή την πρώτη σκέψη από τη σκοπιά της εξουσίας (Πλάτωνας) για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε αυτούς που έχουν πρόσβαση στις Ιδέες της Αλήθειας (θεωρία) και όχι στις σκιές της. Οπότε όσοι μπορούν να αποκτούν τη γνώση της Αλήθειας, να κατακτούν την θεωρία αυτοί πρέπει να κυβερνούν. Ουσιαστικά, επειδή μιλάμε για ένα κοινωνικό σύστημα δουλοκτητικό και ο Πλάτωνας μιλά προφανώς ως σκέψη της εξουσίας αυτό που μας λέει είναι απλό: η γνώση, η θεωρία, η αλήθεια είναι δουλειά των Κυρίων, των βασιλιάδων. Αυτοί μόνο μπορούν να την έχουν. Εννοώντας φυσικά στο σύνολο του έργου του πως οι δούλοι πρέπει να κάνουν τη σκληρή δουλειά.

Μονοθεϊστικές θρησκείες

Έναν ανάλογο διαχωρισμό βλέπουμε και σε όλες τις κοινωνίες που οργανώθηκαν με βάση τις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ). Τα ιερά τους κείμενα είναι σε μεγάλο βαθμό εγχειρίδια οργάνωσης της κοινωνίας. Και επειδή εκπορεύονται από τα πάνω , από έναν θεό που τιμωρεί όποτε θέλει, συνιστούν και κανόνες πειθάρχησης. Αντίστοιχα, σε αυτή τη θεωρία που είναι αποσπασμένη από την κοινωνική ζωή είτε υλικά και ταξικά, είτε στο επίπεδο της ιδεολογίας υπάρχουν μόνο κάποια ιερατική τάξη που έχει την αξιοπιστία και την ισχύ να μιλάει εξ ονόματός της και να ορίζει την ορθόδοξη ερμηνεία της. Όταν λέω «υλικά και ταξικά» εννοώ από άποψη κοινωνικής τάξης που την παράγει, την γράφει και μπορεί να την διαβάσει και να την διδάξει και όταν λέω «στο επίπεδο της ιδεολογίας» εννοώ τη γενική, λαϊκή αντίληψη ότι αυτά τα κείμενα εκπορεύονται από τον Θεό ή από κάποιον πεφωτισμένο από τν Θεό άνθρωπο.

Και σε αυτήν την περίπτωση βλέπουμε πως ο διαχωρισμός έρχεται να νομιμοποιήσει τις ήδη υπάρχουσες ταξικές κοινωνίες οι οποίες συγκροτούνταν ιδεολογικά γύρω από την μορφή του Ενός, Πατέρα, Παντοκράτορα. Στην εποχή των μονοθεϊστικών θρησκειών θρησκευτικοί και πολιτικοί θεσμοί ήταν και είναι ταυτόσημη. Οι κανόνες της ζωής, η οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται στα χέρια της κάθε φορά άρχουσας τάξης και οι υπόλοιπες υποτελείς τάξεις κάνουν τη σκληρή δουλειά.

Work, 1865, Ford Madox Brown

Ο αγαπημένος μας καπιταλισμός

Φτάνουμε επιτέλους και στην εποχή μας. Ο διαχωρισμός θεωρίας και δράσης ζει και βασιλεύει επειδή ακριβώς ζει και βασιλεύει ο κόσμος της Κυριαρχίας. Η θεωρία παραμένει διαχωρισμένη από την δράση και αυτός ο διαχωρισμός έχει ήδη γίνει στην παραγωγή. Άλλος παράγει τη θεωρία – οργανώνει την εργασία, άλλος την εφαρμόζει – δουλεύει. Στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό που ζούμε η θεωρία παράγεται από τους ερευνητές, τους διανοούμενους, τα think tanks,  τους υψηλόβαθμους managers και η δράση πραγματοποιείται ως υπακοή σε αυτούς τους κανόνες, ως εργασία, ως κατανάλωση, ως πειθαρχία στο χώρο της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η ιδεολογική συγκρότηση αυτής της απόσπασης της θεωρίας πραγματοποιείται σήμερα με την επιστήμη. Η επιστήμη, αν και δεν εκπορεύεται από κάποιον Θεό, είναι επίσης ένας τόπος για λίγους. Η Αλήθεια του κόσμου φανερώνεται μόνο σε όσους εφαρμόζουν πιστά τις επιστημονικές μεθόδους ή για την ακρίβεια σε όσους έχουν την ισχύ να το κάνουν ή να προσποιηθούν ότι το κάνουν. Η παρουσίαση των επιστημονικών πορισμάτων εμφανίζεται από τη μια μεριά ως η περιγραφή της (μέχρι τώρα) Αλήθειας και από την άλλη ως οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να κάνουμε τα πράγματα. Από τη μία, μας λένε ότι ο κόσμος είναι έτσι και από την άλλη πως αφού ο κόσμος είναι έτσι και εμείς είμαστε ο κόσμος, πρέπει κι εμείς να γινόμαστε έτσι (να πειθαρχούμε, οργανωνόμαστε, γαμιόμαστε έτσι).

Η διαρκής άρση του διαχωρισμού

Ο διαχωρισμός είναι εγκατεστημένος αιώνες τώρα αλλά για να αναπαραχθεί το όποιο κοινωνικό σύστημα, αυτός ο διαχωρισμός είναι υποχρεωμένος να αίρεται. Ενώ μέχρι τώρα έχουμε περιγράψει την υλική και πραγματική υπόσταση του διαχωρισμού δεν έχουμε περιγράψει καθόλου την παράλληλη, ταυτόχρονη, υλική και πραγματικότατη συνεχή άρση του. Ας επιμείνω στο παράδειγμα του καπιταλισμού. Από τη σκοπιά του ιδεατού κεφαλαιοκράτη – που επιδιώκει την αναπαραγωγή του καπιταλισμού ως κοινωνικό συνολικό σύστημα –  η θεωρία και η δράση εμφανίζονται και υπάρχουν ως αδιάσπαστα κομμάτια μιας ενιαίας διαδικασίας/πράξης που έχουν έναν κοινό σκοπό: την παραγωγή υπεραξίας/κέρδος και την επιβολή της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης του. Η θεωρία και η πράξη αντιπροσωπεύουν – όχι μόνο στον καπιταλισμό αλλά σε όλη την ιστορία των κοινωνιών – τον κυρίαρχο καταμερισμό εργασίας

Από τη μια μεριά, οι θεωρίες χρησιμεύουν για να χαρτογραφούν το υπάρχον, να μορφοποιούν την αντίληψη και να σχεδιάζουν τους πολιτικούς σκοπούς και οι δράσεις είναι οι εργασίες, διαδικασίες και πρακτικές που πραγματοποιούν τους πολιτικούς σκοπούς. Όχι με την έννοια πως η θεωρία δεν πραγματοποιεί τους σκοπούς αλλά με την έννοια πως οι δράσεις δίνουν μια απτή, συγκεκριμένη υπόσταση σε αυτούς τους σκοπούς. Για παράδειγμα, η μορφοποίηση της αντίληψης που πραγματοποιεί η θεωρία είναι ταυτόχρονα και δημιουργία της πραγματικότητας.

Στο δεύτερο μέρος θα ερευνήσουμε την ύπαρξη του διαχωρισμού εντός των κινημάτων και θα αναφερθούμε στην ανάγκη και τους τρόπους για το ξεπεράσμα του. Τα λέμε σε μια βδομάδα..

 

 

[1] Η φράση έχει ως εξής: «Έννοιες χωρίς περιεχόμενο είναι κενές, εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τυφλές» και την αναφέρει σχετικά με τον τρόπο που παράγεται η γνώση. Λέει με λίγα λόγια πως για να παραχθεί η γνώση χρειάζεται ο νους να νοήσει κάτι και οι αισθήσεις να εποπτεύσουν. Με τις αισθήσεις έχουμε την ύλη της γνώσης και με το νου έχουμε τη μορφή. Με την ενότητα νου και αισθητικότητας αποκτάμε τελικά τη γνώση. Γνώση η οποία κατά τον Kant δεν είναι παθητική πρόσληψη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά «σύνθεση ενός πολλαπλού δεδομένου στην αίσθηση βάσει priori εννοιών και αρχών, οι οποίες είναι προϊόντα της αυτενέργειας του νου». Και επειδή πιθανό να λέω βλακείες βλέπε και:  «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», Νίκος Αυγελής, 2005, σ. 406-7.

Black Athena project

This entry was posted in Αναλύσεις, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.