Θέλω να ζήσω ελεύθερος, by crimewavegr

Σχετικά πρόσφατα έγινε μια κοινή κουήρ συνέλευση στη Θεσσαλονίκη. Θέμα της κατέληξε να είναι το πόσο πονούν ορισμένες γυναίκες όταν τα αγόρια βγάζουν τα μπλουζάκια τους στα κουήρ πάρτυ. Και μια έντονη φωνή θύμισε, απαίτησε, ότι αν δεν παρθεί θέση και απόφαση για την περσινή μου λυσσασμένη επίθεση, “κακοποίηση” τη λένε, σε μια συγκεκριμένη τέτοια γυναίκα, τότε πρόκειται περί υποκρισίας και συγκάλυψης.

Ας πούμε ένα δύο πράγματα για αυτά.

Πήρα το λόγο κάποια στιγμή και άρχισα να μιλώ για το “Εγώ”, το Εγώ που είναι πάνω και πέρα από όλα, το Εγώ που αρνείται τις απατηλές διαμεσολαβήσεις μεταξύ ατόμων μέσα από την ιδεολογία που γεννά ο τελικός εχθρός μας, ο Ανθρωπος του Διαφωτισμού και η ουσιοκρατία του. Μίλησα δηλαδή με τα λόγια του Μαξ Στίρνερ, που έναν αιώνα, και βάλε, μετά είναι ουσιαστικά τα λόγια του Μισέλ Φουκώ και όλης της μεταδομιστικής φάσης. Σκοτώσαμε τον Θεό, θα σκοτώσουμε και τον Άνθρωπο.

“Θέλω να είμαι ελεύθερος!” φώναξα, νομίζοντας ότι μεταξύ μας καταλαβαινόμαστε, ότι νιώθουμε αυτονόητα στα κρέατά μας, στα κόκαλα μας, στα μυαλά μας, στην καρδιά μας τον πόνο και τη λύσσα αυτής της κραυγής.

Δεν χρησιμοποίησα κανένα τσιτάτο, δεν είπα ποτέ “όπως είπε ο Τάδε ή ο Δείνα σεβαστός….”, δεν ξεκίνησα καμία φράση “ως αναρχομηδενιστής, ως μαύρη αναρχία, ως όπως θέλετε πέστε το….” γιατί πίστευα ότι αυτή η κραυγή έχει ακουστεί τόσες φορές ώστε είναι γνώριμη, ότι είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν δει πολλούς συντρόφους να πέφτουν, να ξενυχτούν μέσα σε ντουμάνια, αλκοόλ και χάπια, να ορμούν στα ανθρωποειδή με κράνη και γκλομπ, να σπάνε, να καίνε για μια τζούρα ελεύθερης αναπνοής.

“Θες να είσαι ελεύθερος; Για να πας ένα τετράγωνο πιο κάτω και να σφάξεις δεκαπέντε;”, ήρθε η πρώτη απάντηση.

Έγραψα για πρώτη φορά “Θέλω να πεθάνω” στο σχολικό θρανίο μου στη δευτέρα Λυκείου. Μετά κλείδωσα το δωμάτιο στο σπίτι, και το χέρι της ετεροκανονικότητας και της ομοφοβίας ανέλαβε τον έλεγχο του κορμιού μου: πήρα ένα σεντόνι και το τύλιξα γύρω από λαιμό μου. Κρύφτηκα σε μια φωλίτσα κάτω από το γραφείο μου, κι άρχισα με μίσος να σφίγγω, να σφίγγω, να σφίγγω όλο και πιο δυνατά. Γιατί δεν πεθαίνεις; Γιατί δεν ψοφάς; Σώπασε επιτέλους! Αλλά δεν γίνονται έτσι οι αυτοκτονίες: επέζησα.

Την επόμενη δεκαετία, του 1990, έζησα ανέμελα, όλα έδειχναν ότι την είχα γλιτώσει. Μα μια σκιά σαν μαύρο σύννεφο με ακολουθούσε παντού και πάντοτε – λύσσα και οργή. Μη με ρωτήσετε πότε σκότωσα τον Άνθρωπο, πότε έγινα μηδενιστής. Ίσως να ήταν εκείνο το βράδυ αργά που πήγα επίτηδες κι έκατσα στο παγκάκι της πιάτσας όπου το προηγούμενο βράδυ είχαν σφάξει μια αδερφή. Ίσως να ήταν εκείνο το μακρύ, κρύο καλοκαίρι που έπεφτε το λεπίδι ασταμάτητα, ένας, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε πούστηδες δολοφονημένοι και τα φύλλα των δέντρων θρόιζαν ανέμελα. Ίσως να ήταν οι “σύντροφοι” που μου είπαν να το βουλώσω στη συνέλευση γιατί το θέμα είναι σοβαρό και “μιλάς εσύ; εσύ που είσαι προϊόν του καπιταλισμού;”. Ίσως να ήταν η πρώτη μου φορά που ψωνίστηκα σε θεοσκότεινο πάρκο και ανάμεσα από εμάς, τους ανθρώπους-σκιές, επέλεξε να περάσει ένας περπατημένος πατριάρχης μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Σταμάτησε η κουστωδία ανάμεσα στις αδελφές κι ακούστηκε η διαταγή “Σούζα, ρε!”. Σούζα όλες οι αδερφές εμπρός στον αφέντη. Εκείνος έβγαλε με αυτάρεσκες κινήσεις ένα τσιγάρο και είπε “Ποια θα μου το ανάψει;”. Πέντε ζευγάρια χέρια, χέρια δούλων, σηκώθηκαν υπακούοντας στη διαταγή και του το άναψαν. Μετά έφυγε, έδειξε τι πάει να πει πούστης στη φαμίλια του, στη γυναίκα και τα παιδιά του. Η παλάμη μου είχε μπλαβιάσει από το σφίξιμο της γροθιάς.

Είχε κι ωραίες στιγμές βέβαια. Θυμάμαι τον γκόμενό μου που ήταν και σύντροφος σε όλα. Θυμάμαι τις εκπομπές στο Ράδιο Κιβωτός, τα τριήμερα στο Πάρκο των Σκύλων, τα παιχνιδιάρικα πάρκα που δεν ήταν πια τόσο ανθρωποβόρα όσο την πρώτη φορά, τα φιλιά μας στους κεντρικούς δρόμους, τις εκδρομές στη θάλασσα, τη θρυλική εφημερίδα μας, το Βιολογικό, τα πρώτα ρέηβ πάρτυ, τα γκομενάκια που με πλησίαζαν για τη φλόγα στο μάτι και με ρωτούσαν τι έχω πάρει, θυμάμαι την Αννα που με απέτρεψε να γίνω αρνητής στράτευσης γιατί “δεν χρειαζόμαστε άλλους ήρωες”, τη Σόνια που με άγγιξε λίγο πιο δυνατά σε εκείνο το γεμάτο αμφιθέατρο για τους 500 του Πολυτεχνείου. Είχα φαρυγγίτιδα, 39 πυρετό και κάπνιζα σαν φουγάρο. Και έκλαιγα.

Μα πάνω από όλα θυμάμαι που πρωτοάνοιξε η Βίλα Βαρβάρα. Σηκωθήκαμε και πήγαμε με τον γκόμενό μου το βράδυ της δεύτερης μέρας. Σκοτάδια παντού, και σε ένα ρημαγμένο δωμάτιο ένας μπουρδελέ πορτοκαλί χαμηλός φωτισμός στο πάτωμα. Λιγοστοί άνθρωποι σε μικρές παρέες εδώ κι εκεί, καθισμένοι χάμου. Ανταλλάξαμε φιλιά και χάδια στη δική μας γωνιά και μετά ενωθήκαμε με τους άλλους. Τι παράξενο! Κανένας δεν μιλούσε, ίσως κάποιο μουρμουρητό – ήταν σαν να απολαμβάναμε κάτι σιωπηλά. Μείναμε για ώρες μέσα στο πορτοκαλί φως και αποχωρήσαμε. Μέσα στην καρδιά μου είχα ευτυχία.

Το όνειρο μιας δεκαετίας τελείωσε εκείνη την ημέρα που η βελόνα, κολλημένη τους 107,7, έδινε παράσιτα. Και όσους μήνες κι αν επέμενα, μόνο παράσιτα άκουγα: η Ουτοπία είχε σιγήσει, η φάση τελείωσε πια, μεγαλώσαμε κιόλας κι εγώ έμεινα μόνος με ένα αυτοκολλητάκι στην τσέπη που ορκιζόταν απειλητικά “ουτοπία ή θάνατος”.

Και τότε ήρθε ο θάνατος. Και τότε το μαύρο σύννεφο που με ακολουθούσε άρχισε να βρέχει ανελέητα, να ρίχνει καρεκλοπόδαρα, ο κρύος αγέρας να φυσάει. Έπεφτα στα τέσσερα, και γονατιστός μπουσουλούσα σε όλο το σπίτι φτύνοντας συνέχεια μπας και βγει το κακό, ακουμπούσα το μάγουλο ανακουφιστικά στα κρύα πλακάκια με τον κώλο στημένο στον αέρα, άφηνα γρυλίσματα, ουρλιαχτά να διώξω τον εχθρό μα ήμουν περικυκλωμένος. Ήταν ήδη μέσα μου.

Ένα χρόνο μετά με οδήγησαν σε μια ψυχίατρο με σφαγμένο το χέρι. “Σε τι έφταιξα, τι έφταιξα, πες μου να το διορθώσω, είμαι καλός άνθρωπος, συζητήσιμος…” της είπα. Με έπιασε τις παλάμες στοργικά και μου είπε με χαμηλή και σταθερή φωνή: “Δεν φταις σε τίποτα εσύ, μα ούτε και κάποιος άλλος φταίει”. Αλλά τότε τι; Τι; “Είναι ο εγκέφαλός σου, είναι χαλασμένος, αλλά μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι. Θα παίρνεις αυτά τα χάπια και θα γίνεις καλά”. “Για πόσο καιρό θα παίρνω χάπια;”

“Για μια ζωή.”

Οι περισσότεροι από εσάς έχετε ένα βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ. Εγώ έχω δύο, γιατί το πρώτο είναι γεμάτο. Μήνα με τον μήνα, εποχή με την εποχή, χρόνο με τον χρόνο, με αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, ηρεμιστικά, αντιεπιληπτικά, λίθια, υπνωτικά. Τα έχω πάρει όλα και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει.

Δεν ξέρω πώς ζήσατε εσείς τον Δεκέμβρη του 2008, ίσως και σαν πόλεμο. Θα σας πω όμως πώς τον ένιωσα εγώ. Με τις πρώτες φλόγες που είδα στην τηλεόραση, ένιωσα ένα μικρό, αδιόρατο σπασμό μέσα μου. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τον περιγράψω, αλλά μου θύμισε κάτι. Αυτό που είχε απομείνει. “Κάποτε με λέγανε SUBBOY25 μα τώρα είμαι πια νεκρός”. Το πήρε πρέφα όμως και η ψυχίατρος. Κινδυνεύεις, 40 mg η ολανζαπίνη. Μα παίρνω άλλα 4 χάπια ήδη κι αυτό είναι δυο φορές η μέγιστη δόση, θες να πεθάνω; Κι έτσι, με φόντο την Αθήνα που φλέγονταν, με τα χημικά και τα δακρυγόνα, τα σπασίματα και τα κυνηγητά είδα τη μορφή της τεράστια και φιλική να γελά… “Χημικός πόλεμος, Άρη μου, χημικός πόλεμος…” και γελούσε φιλικά. Άνοιξα πάλι την τηλεόραση στο σπίτι και κοίταγα χυμένος στο πάτωμα. Κάτι είχε πάρει φωτιά πάλι. Το στόμα μου είχε μαγκώσει από το Aloperidin αλλά μπόρεσα και είπα την κατάρα μου: “Κάψτε τα όλα κι αυτή τη φορά δεν θα υπάρχουν αιτήματα”.

Είχε φτάσει πια 2011 κι η μπόρα δεν έλεγε να σταματήσει. Ήτανε καλοκαίρι και είχα κόψει όλα τα φάρμακα. Εκεί που καθόμουν στο μπαλκονάκι μου, κάτι τινάχτηκε μέσα μου. Σηκώθηκα ήρεμος, σαν υπνωτισμένος, πήγα στην κουζίνα, άνοιξα το συρτάρι, πήρα το μαχαίρι του κρέατος και το κάρφωσα στο μπράτσο μου. Το έβγαλα έξω, και άρχισα με μανία να κόβω το χέρι μου. Έκοβα το χέρι μου όλο το καλοκαίρι, δεν έμεινε σάρκα άθικτη. Για να πηγαίνω στη δουλειά φορούσα μεγάλους άσπρους επιδέσμους αλλά ντρεπόμουν πολύ που τους πότιζε το αίμα και με καταλαβαίνανε.

Μια καλοκαιρινή νύχτα καθόμουν με άλλες και συζητούσαμε. Το χέρι ήταν σφαγμένο. Και τότε η διπλανή έκανε κάτι αισχρό. Χωρίς να με ζητήσει άδεια, άγγιξε τα σκισίματα, τα οποία είναι δικά μου, δικά μου, δικά μου. Τα φίλησε απαλά. Και μετά πήρε ένα στυλό κι άρχιζε να ζωγραφίζει προσεκτικά ανάμεσα στις πληγές. Ζωγράφιζε για ώρες, και έρεε η μορφίνη και η ανακούφιση στις φλέβες μου. Κάποια ώρα χωριστήκαμε κι όταν έμεινα μόνος έκανα την εξής σκέψη:

“Μήπως…”

Τώρα είμαι σε καλά χέρια, παίρνω μόνο λίθιο. Μπήκα φυσικά στο ψυχιατρείο με μανιακό επεισόδιο και ψυχωσική συνδρομή. Άκουγα, έβλεπα, αλλά – το πιο απολαυστικό – ένιωθα πράγματα. Επίσης είχα ανθρωποκτονικό ιδεασμό και ήμουν εξαιρετικά βίαιος. Επειδή όμως μπήκα εκούσια, γλύτωσα το δέσιμο στο κρεβάτι.

Δεν δουλεύω πια (κι αυτός ήταν ο στόχος μου όταν μπήκα μέσα): παίρνω μια μικρή αναπηρική σύνταξη και κάθε φορά που τελειώνουν τα λεφτά στο τέλος του μήνα λέω δύο πράγματα: δεν θα ξαναδείς αφεντικό στη ζωή σου και πόσο μου αρέσει να με κερνάνε οι φίλοι μου.

Με όλα αυτά στην πλάτη μου, κατέβηκα κι εγώ στο προπέρσινο gay pride εδώ στη Θεσσαλονίκη. Ήμουνα πολύ χαρούμενος, ακόμα δεν μπορώ να χορέψω δημόσια, αλλά ήμουν αρκετά χοροπηδηχτός. Έβλεπα γύρω μου τα σώματα να γιορτάζουν, να δείχνουν τη σάρκα που τόσο πολύ θέλει η ετεροκανονικότητα να αποστρέφει το βλέμμα της και για μια φευγαλέα και οριστική στιγμή με αγάπησα. Έβγαλα τη μπλούζα μου. Το σώμα μου δεν είναι πια νεανικό, και αμα μαυρίσω το καλοκαίρι φαίνονται τα άσπρα σημάδια από τα μαχαίρια στο χέρι, αλλά αισθανόμουν βγάζοντας επιδεικτικά και περιφρονητικά τη μπλούζα μου κάτι παραπάνω από ελεύθερος. Αισθανόμουν όμορφος. Επιτέλους με αγαπούσα.

Η ιστορία λοιπόν μέχρι εδώ, είναι ενδεχομένως η ιστορία των σταδίων που περνά ένας γκέι άντρας για να κάνει αυτή την πολιτική κίνηση. Και εδώ επίσης αρχίζει η ιστορία με την οποία άρχισε το κείμενο.

Διέσχισα όλη την πόλη ημίγυμνος και μέσα στο γκλίτερ, έπλυνα λίγο τα μούτρα μου στο σπίτι, και πήγα σε ένα κουήρ πάρτι συνεχίζοντας να είμαι ημίγυμνος. Εγώ, που δεν τολμώ να μπω όχι σε στέκια και καφενεία, αλλά ούτε καν σε πατικωμένα λεωφορεία διότι, ξέρετε, έχει ανθρώπους, περιφερόμουν ανάμεσα στον κόσμο δίχως την ψεύτικη προστασία ενός κομματιού υφάσματος. Αισθανόμουν ορατός, ευάλωτος, ποθητός, υπέροχος.

Στο πάρτι αυτό λοιπόν, δύο άτομα με δική τους πρωτοβουλία αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια κατασταλτική πολιτική. Ενώ είχαν γυμνωθεί πολλοί άντρες και πολλές γυναίκες, προσέγγιζαν τα αγόρια και τους ζητούσαν να φορέσουν τα μπλουζάκια τους. Ο λόγος ήταν ότι κάποιες γυναίκες πονούν όταν βλέπουν τα γυμνωμένα σώματά μας. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι η γκέι κουλτούρα επί δεκαετίες αποθεώνει το γυμνό σώμα και εκείνη η βραδιά ήταν η κατάλληλη βραδιά για να πάψει επιτέλους αυτή η κακή συνήθεια.

Ξέρω ότι ένα νεαρό γκέι αγόρι που ήταν στα πρώτα του ξεκινήματα αποχώρησε από αυτό το μέρος, όταν του ψιθύρισαν ένα δυο λόγια. Ξέρω επίσης από πρώτο χέρι την έκφραση και τον τόνο της φωνής της γυναίκας που εφάρμοσε αυτή την πολιτική: με πρόσωπο γεμάτο πείσμα και μίσος απαριθμούσε ένα ένα τα ονόματα εκείνων που είχαν ξεφύγει από την καταστολή της, ανάμεσα σε αυτά και το δικό μου. Δεν θα έλεγα ότι με έθιξε κάποια διαφωνία που είχαμε πάνω στο ζήτημα, όσο η επιτέλεση της: κινούταν τριγύρω, φώναζε, απαιτούσε-απειλούσε και ρουθούνιζε σαν θυμωμένος μπάτσος. Κι ένα πράγμα που βρωμάει περισσότερο από τον μπάτσο, είναι ο θυμωμένος μπάτσος.

Είχα πέντε μήνες που μόλις είχα βγει από το ψυχιατρείο και η αφορμή για την οποία είχα μπει ήταν ότι πόνεσε λίγο παραπάνω το γκλομπ σε μια βίαιη πορεία. Γενικά, δεν κατεβαίνω σε πορείες καθόλου ακριβώς γιατί φοβάμαι. Όχι τους μπάτσους, φυσικά, αλλά εμένα. Και μόνο στη θέα τους με πλημμυρίζει μίσος, η δε κοντινή επαφή και “ανταλλαγή απόψεων” με στέλνει στο διάολο. Στο διάολο με έστειλε κι αυτή η επαφή που είχα στο πάρτι, με την αρχική οργή να τη διαδέχεται ένα ψυχωσικό επεισόδιο και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Εκείνη την περίοδο, και μέσα στην ψύχωση, γράφτηκαν και ορισμένα δημόσια κείμενα σχετικά με τη φάση.

Λέγεται ότι ήταν βίαια, ότι ήταν παραληρηματικά, επιθετικά, απαράδεκτα. Εγώ θα έλεγα ότι ήταν υπέροχα σπαρακτικά ουρλιαχτά και επιπλέον θα πρόσθετα το εξής: Προσέχετε πού κάνετε αλληλεγγύη, μπορεί μια μέρα τα κάγκελα των ψυχιατρείων όντως να γκρεμιστούν και οι τρελοί να βγουν ελεύθεροι στους δρόμους. Ίσως να σας μιλούν κάπως έτσι, ίσως να μιλούν όπως εγώ. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν αντέχετε, είστε ευγνώμονες για τις αλυσίδες και την επικράτηση της τάξης. Την οποία και απαιτείτε.

Από όλη αυτή τη συζήτηση που έχει γίνει μέχρι τώρα, θα κρατήσω ένα υποτιμημένο απόσπασμα που, εντούτοις, θεωρώ το πιο σημαντικό από όλα, και είναι και η απάντησή μου, επιτέλους, στο τι σημαίνει “θέλω να ζήσω ελεύθερος”.

— Δηλαδή, Ν., εννοείς, με όλα αυτά που λες, ότι ούτε χτες, ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε ποτέ θα μπορεί κανείς να βγάλει το μπλουζάκι του στα πάρτι μας;

— Όχι, βέβαια, κάποιοι μπορούν.

— Ε, ποιοι είναι αυτοί για να τους μοιάσουμε!

— Να, θυμάστε εκείνη την ανάπηρη κοπέλα που είχε φρικτή παραμόρφωση στην πλάτη, καμπούρα και γερτή; Είχε πετάξει το μπλουζάκι της και τολμούσε και χόρευε. Τους θαυμάζω κάτι τέτοιους ανθρώπους

Παραθέτω λοιπόν την απάντησή μου σε αυτή τη δούλα χριστιανή που ξερνάει οίκτο, μέσα από τα λόγια κάποιων άλλων:

Ο Σάββας Ξηρός “λείπει” περίπου 11,5 χρόνια. 11,5 χρόνια φυλακισμένος μέσα στους τέσσερις τείχους των υπογείων της ειδικής πτέρυγας και των νοσοκομείων. Δε θα υποκριθούμε ότι μοιραζόμαστε κοινές αντιλήψεις με τον Σάββα, ούτε ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Προερχόμαστε από διαφορετικές αφετηρίες αντιλήψεων, που συχνά ηλεκτρίζονται από τις αντιθέσεις τους. Όμως η προσωπική μας γνωριμία στις “τυχαίες” συναντήσεις μας εντός των τειχών μας συνέδεσε με το κοινό μίσος που νιώθουμε για την εξουσία. Γι’ αυτό δεν πρόκειται να αναλωθούμε μιλώντας τη γλώσσα των δικαιωμάτων. Ούτε θα επικαλεστούμε τα γνωστά σε όλους σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Σάββας. Δε θα παραχωρήσουμε στον εχθρό την ευχαρίστηση να προσποιηθεί ότι είναι μεγαλόψυχος. Το μόνο που θέλουμε από αυτόν είναι ο πόλεμος. Και πόλεμο θα έχει…

Γιατί το στοίχημα είναι να μεταφέρουμε το ζήτημα της απελευθέρωσης αιχμαλώτων συντρόφων, από τις αίθουσες των δικαστηρίων στην κάνη ενός όπλου που θα σημαδεύει μπάτσους, δεσμοφύλακες και δικαστές…

Ο ΣΑΒΒΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΙΑ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΑΛΛΑ ΑΠΛΑ ΓΙΑΤΙ

ΕΙΝΑΙ
ΟΜΟΡΦΟ
ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς FAI/IRF
πυρήνας φυλακής

Δεν θα αφιερώσω χώρο σε ζητήματα καταστολής, ελέγχου, δημόσιου χλευασμού και κρυφών απειλών μέσα ή πέριξ συνελεύσεων με αφορμή τον ψυχιατρισμό μου. Είναι τέτοια η πολιτική απόσταση που όχι διάλογος άλλα ούτε φτύσιμο δεν τους αξίζει.

Αξίζει όμως η ανάγνωση μιας μικρής πρότασης που είπε, αργότερα μέσα στο καλοκαίρι, η προαναφερθείσα κοπέλα και φιλόδοξη χριστιανή μπατσίνα.

— Ο Α. έχει διπολική διαταραχή, και μάλιστα το λέει. Έχω διαβάσει για αυτό και σας λέω ότι δεν είναι έτσι.

Αν καταφέρει κανείς να ξεπεράσει τον εμετό της σκανδαλοθηρίας τύπου “Χάι”, “Ciao” και “Hello” της φράσης “και μάλιστα το λέει” (η οποία στον πυρήνα της κρύβει απύθμενη ομοφοβία), διαπιστώνει κανείς την ασθένεια ατόμων της εποχής μας που “έχουν διαβάσει”: αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τα διαβάσματά τους, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Ή με πιο απλά λόγια: Μια φορά μπάτσος, για πάντα μπάτσος.

Είναι αλήθεια ότι αφιέρωσα πολύ χώρο για τον ψυχιατρισμό μου, μάλλον γιατί δεν υπάρχει κανείς και καμία να με υπερασπιστεί εμπρός στα χάχανα και την κακοποίηση. Γιατί όταν έστειλα μήνυμα ότι αυτοκτονώ, σώστε τουλάχιστον τον σκύλο μου, δεν χτύπησε καν το τηλέφωνο πόσο μάλλον το κουδούνι της πόρτας. Είναι επίσης αλήθεια ότι επικεντρώθηκα στις πολιτικές πρακτικές και θέσεις ενός μόνο ατόμου. Στην πραγματικότητα, οι συνελεύσεις μέσα στις οποίες άνθισαν τέτοια μαργαριτάρια, αναλαμβάνουν καθήκοντα τροχονόμου όσον αφορά τις ροές της βίας κατά την ανταλλαγή απόψεων, αδυνατούν ένα χρόνο μετά να πάρουν θέση, διαιωνίζουν “συζητήσεις”-εκβιασμούς με όπλο έναν θλιβερά δευτεροκυματικό πόνο τους (λες και άλλοι δεν πονάνε) και, βεβαίως, επιβάλλουν τους όρους τους σε άλλες συνελεύσεις – αποικιοκρατικά ή απλώς νταβατζηλίδικα – είναι συνένοχες και υπόλογες.

Δεν έχουμε απολύτως τίποτα να πούμε. Δεν έχω χρόνο για άλλες “συζητήσεις”.

Αν με ρωτούσε λοιπόν κανείς, γιατί στην ευχή τα έγραψα όλα αυτά αφού μου είναι αδιάφορα, θα έλεγα ότι μια καλή εισαγωγή για να σας συστηθώ: είμαι ένας αναρχόπουστας που η πάθησή του είναι ότι πήρε τη ζωή κομματάκι πιο σοβαρά απ’ ό,τι έπρεπε. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω με το ίδιο ζήτημα.

Φιλιά στο στόμα τους στέλνω και υπάρχει, φυσικά, τραγούδι.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ-ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Β’ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ – ΟΞΕΑ

3 Αυγούστου 2016

Εξέταση ψυχικών λειτουργιών: Περιποιημένη εμφάνιση και προσωπική υγιεινή. Καλή βλεμματική επαφή. Ήρεμος ψυχοκινητικά. Καλό επίπεδο συνείδησης. Προσανατολισμένος x3. Χωρίς αντιληπτικές δ/χες. Βούληση κ/φ. Διάθεση: ήπια υποθυμικός, χωρίς όμως ιδιαίτερη διακίνηση συναισθήματος. Σκέψη: Δεν ανιχνεύονται δ/χες στη μορφολογία της σκέψης, ούτε παραληρητικές ιδέες. Μνήμη-Κρίση-Νοημοσύνη: κ.φ. Ευαισθησία: Αναγνώριση κατάστασης εαυτού. Καλή συμμόρφωση με τη φ.α.

Η εισαγωγή του ασθενούς έγινε στις 02.00 π.μ.

Φύγαμε:

Related Posts: